Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκπαιδευτικοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

5 Δεκ 2012

Οι γονείς ως Παιδαγωγοί


Του Ιάκωβου Μυστακίδη-ikidcenters.com

Ενδεχομένως να είναι η λιγότερο αμφιλεγόμενη θέση στον τομέα της εκπαίδευσης: Η ενεργή συμμετοχή των γονέων στην εκπαίδευση του παιδιού τους μπορεί να κάνει τη διαφορά. Ερωτήσεις εγείρονται, ωστόσο, ως το κατά πως μπορεί να προσδιοριστεί η γονική συμμετοχή. Το Κέντρο για τη Δημόσια Εκπαίδευση (Center for Public Education ) στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής σταχυολόγησε τις έρευνες που έχουν γίνει πάνω σε αυτόν το τομέα και εξήγαγε το συμπέρασμα ότι η δημιουργία ουσιαστικών δεσμών αγαστής συνεργασίας μεταξύ των γονέων και του σχολείου (ή των υπολοίπων εκπαιδευτικών που δουλεύουν με το παιδί) δύναται να επιφέρει θετικά αποτελέσματα στην σχολική πρόοδο των μαθητών.
Έρευνες έχουν προ πολλού αποδείξει ότι τα παιδιά των οποίων οι γονείς ή κάποιοι άλλοι στενοί συγγενείς (π.χ.: παππούδες) έχουν ενεργό συμμετοχή στην εκπαίδευσή τους, τείνουν να παρουσιάζουν καλύτερη πρόοδο στη σχολική τους ζωή. Μερικοί μόνο από τους δείκτες που υποστηρίζουν την θεωρία αυτή είναι οι ακόλουθοι:
  • Υψηλότερη βαθμολογία στους ελέγχους επίδοσης και στα τεστ.
  • Μακροχρόνια επιτυχία στις σχολικές υποχρεώσεις.
  • Θετική στάση των παιδιών για το σχολείο και την εκπαίδευση.
  • Μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των σχολείων και κατ’ επέκταση ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Κάθε γονέας επιθυμεί να δει το παιδί του να επιτυγχάνει στη σχολική του ζωή ώστε αργότερα να εξελιχθεί σε έναν επιτυχημένο, ανεξάρτητο και γνωστικό ενήλικα. Για το λόγο αυτό, οι περισσότεροι γονείς εκφράζουν από νωρίς την επιθυμία να εμπλακούν στη σχολική ζωή του παιδιού τους. Τις περισσότερες φορές όμως, οι γονείς δεν ξέρουν με ποιον τρόπο να βοηθήσουν το παιδί τους να μάθει και οι εκπαιδευτικοί δεν μπαίνουν στον κόπο να τους δώσουν τις απαραίτητες κατευθύνσεις. Σε κάθε περίπτωση, οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν το εκπαιδευτικό ταξίδι του παιδιού τους δείχνοντάς του, πόσο οι ίδιοι εκτιμούν την εκπαιδευτική διαδικασία και τη γνώση.

Ενσταλάξτε στο παιδί σας την αγάπη για τη μάθηση

Τα παιδιά που έχουν γερές γνωστικές βάσεις σε μια ευρεία ποικιλία θεμάτων, θα βρουν το σχολείο και την εκπαιδευτική διαδικασία πιο εύκολη σε σχέση με εκείνα που έχουν γνώσεις μικρότερης κλίμακας. Οι γονείς έχουν το προνόμιο αλλά και την ευθύνη να μοιραστούν το κόσμο με τα παιδιά τους.
Οι γονείς όχι μόνο πρέπει να μιλάνε και να αλληλεπιδρούν με τα παιδιά τους σχετικά με τις καθημερινές εμπειρίες της ζωής, αλλά πρέπει και να τα ακούνε προσεχτικά. Με τον τρόπο αυτό, ίσως μπορέσουν να αφουγκρασθούν τις απόψεις του παιδιού τους, τις αξίες του, τα όνειρά του, τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά του. Απαντώντας στις ερωτήσεις τους ή βοηθώντας τα παιδιά να βρούνε μόνα την απάντηση που ζητούν, οι γονείς τα βοηθούν να αναπτύξουν αισθήματα αυταξίας, αυτοπεποίθησης και αυτοσεβασμού.
Οι περισσότεροι γονείς πιστεύουν ότι με το να επισκεφθούν με το παιδί τους ένα ζωολογικό κήπο ή ένα μουσείο, αντικαθιστούν τον χαμένο χρόνο. Όμως,υπάρχει μεγάλη εκπαιδευτική αξία και σε καθημερινές δραστηριότητεςόπως το να πάει κανείς με το παιδί του στο μανάβικο, στην υπερ- αγορά ή στη τράπεζα. Οι γονείς οφείλουν να είναι οι εμψυχωτές του παιδιού στην προσπάθειά του να ανακαλύψει το κόσμο. Η σημαντικότερη ίσως παράμετρος, που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνούν οι γονείς, είναι ότι οι ίδιοι αποτελούν τους σημαντικότερους δασκάλους για τα παιδιά τους. Τα παιδιά γεννιούνται με μια έμφυτη έφεση προς τη μάθηση, αλλά είναι δουλειά των γονέων να τα καθοδηγήσουν στο μονοπάτι της γνώσης. Επικοινωνώντας με το παιδί τους πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από κάθε δραστηριότητα, τα βοηθούν να κατανοήσουν καλύτερα τα στάδια της μάθησης. Εξάλλου, με τη συνεχή αυτή αλληλεπίδραση γονέα- παιδιού, βελτιώνεται και η μεταξύ τους σχέση και επικοινωνία.

Τύποι κατάκτησης της γνώσης

Ο τρόπος που ο καθένας από μας αντιδρά στα περιβαλλοντικά, κοινωνικά, συναισθηματικά και φυσικά ερεθίσματα, με λίγα λόγια το πως απορροφούμε και κατανοούμε καινούριες πληροφορίες, αντανακλά και τον τύπο κατάκτησης της γνώσης που μας αντιπροσωπεύει . Συνήθως, κάθε άνθρωπος έχει το δικό του τρόπο να επεξεργάζεται καινούριες πληροφορίες και να μαθαίνει, γι’ αυτό και δεν υπάρχει σωστός ή λάθος τρόπος μάθησης και κατάκτησης καινούριων γνώσεων. Τα περισσότερα παιδιά εμπίπτουν στις ακόλουθες κατηγορίες- τύπους κατάκτησης της γνώσης :
α) Οπτικός τύπος
β) Ακουστικός τύπος
γ) Κιναισθητικός/ Χειριστικός τύπος.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές φορές ο τρόπος που το παιδί αντιλαμβάνεται και επεξεργάζεται καινούρια ερεθίσματα διαφέρει από τον τρόπο που προτιμάει ο γονέας του. Προκειμένου να βοηθήσετε την εκπαιδευτική ανάπτυξη του παιδιού σας, οφείλετε εκτός από το να ανακαλύψετε σε ποιο τύπο κατάκτησης της γνώσης εμπίπτει, να είστε σίγουροι για τον δικό σας.
α) Οπτικός τύπος: Οι οπτικοί τύποι αφομοιώνουν τις καινούριες πληροφορίες μέσω της όρασης. Ανακαλούν μέσω της οπτικής μνήμης τις πληροφορίες που έχουν ήδη μάθει. Φέρνουν δηλαδή στο μυαλό τους την εικόνα της πληροφορίας που τους ζητείται και έτσι την θυμούνται. Περίπου το 40% των παιδιών εμπίπτουν στη κατηγορία αυτή.
β) Ακουστικός τύπος: Οι ακουστικοί τύποι χρησιμοποιούν την ακοή τους για να επεξεργαστούν καινούρια ερεθίσματα. Πολλά παιδιά που εμπίπτουν σε αυτή τη κατηγορία συλλαβίζουν αναφέροντας τα φωνήματα και όχι τα γράμματα ( δηλαδή τον ήχο που βγάζουν τα γράμματα όταν τα εκφέρουμε). Συνήθως τα παιδιά αυτά αντιμετωπίζουν προβλήματα στην ανάγνωση, ακριβώς γιατί δυσκολεύονται να συνδέσουν την οπτική εκφορά των γραμμάτων με την ακουστική τους. Τα παιδιά που εμπίπτουν στη συγκεκριμένη κατηγορία μάθησης, διευκολύνονται πολύ αν τα νέα ερεθίσματα τους παρέχονται σε μορφή ποιημάτων, τραγουδιών ή μελωδίας.
γ) Κιναισθητικός/ Χειριστικός τύπος: Οι κιναισθητικοί τύποι μαθαίνουν καλύτερα μέσα από τη φυσική αλληλεπίδραση, την εξερεύνηση και το χειρισμό των νέων ερεθισμάτων. Έχουν περιέργεια να μάθουν πως λειτουργεί κάτι, να το αποδομήσουν και να το επανασυνθέσουν. Οι μαθητές αυτοί δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις παραδοσιακές μορφές διδασκαλίας.
Η έρευνα αποδεικνύει την αναγκαιότητα και τη σημασία του να ξέρουν οι γονείς σε τι τύπο μάθησης εμπίπτει το παιδί τους. Επειδή η γνώση αυτή δίνει στους γονείς δύο συγκριτικά πλεονεκτήματα : Αρχικά, τους δίνει τη δυνατότητα να κεντρίσουν το ενδιαφέρον του παιδιού για τη μάθηση. Ακόμα, τους δίνει τον απαραίτητο χρόνο να αναπτύξουν στο παιδί τους μέσω συγκεκριμένης μεθοδολογίας τους υπόλοιπους τύπους μάθησης, έτσι ώστε αργότερα το παιδί να μην αισθάνεται μειονεκτικά στο παραδοσιακό σχολικό περιβάλλον, που οι αλλαγές στο τρόπο διδασκαλίας προς όφελος του κάθε μαθητή δεν είναι διαδεδομένες . Ακόμα και τότε όμως, οι γονείς θα ξέρουν ποιο τρόπο θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν στο σπίτι, ώστε το παιδί να εμπεδώσει την διδακτέα ύλη και να μην μείνει πίσω στις σχολικές του υποχρεώσεις.
Οι εναλλαγές των εκπαιδευτικών μεθόδων μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά που δυσκολεύονται στο σχολείο να μην απογοητευθούν και να μην αισθανθούν μειονεκτικά που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στις σχολικές τους υποχρεώσεις.

Επικοινωνία γονέων- δασκάλου

Οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι τα παιδιά ανταποκρίνονται καλύτερα στις σχολικές τους υποχρεώσεις όταν οι γονείς τους επικοινωνούν συχνά με το δάσκαλο και όταν εμπλέκονται με το σχολείο και την εκπαιδευτική διαδικασία. Εκτός από τις συνηθισμένες προγραμματισμένες ακροάσεις, υπάρχουν διάφοροι εναλλακτικοί ή επιπρόσθετοι τρόποι επικοινωνίας γονέων και δασκάλου, που ενισχύουν την δημιουργία μιας στενότερης επαφής και την ύπαρξη ουσιαστικότερης επικοινωνίας, τα αποτελέσματα της οποίας συχνά αντανακλώνται στη πρόοδο και εξέλιξη των παιδιών.
Οι γονείς που συμμετέχουν σε διάφορες σχολικές δραστηριότητες θα έχουν αυξημένες δυνατότητες να επικοινωνήσουν, να συζητήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις με το δάσκαλο εκτός της τάξης. Παραδείγματος χάριν, η ενεργός συμμετοχή ενός γονέα στο Σύλλογο Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου μπορεί να έχει για τον ίδιο διττό χαρακτήρα. Αφενός θα έχει την ευκαιρία να επικοινωνεί τακτικά με το δάσκαλο του παιδιού του αλλά και με το υπόλοιπο εκπαιδευτικό προσωπικό του σχολείου, αφετέρου θα έχει και ο ίδιος την ικανοποίηση ότι συμμετέχει και συναποφασίζει για κατευθύνσεις που επηρεάζουν την εκπαίδευση του παιδιού του.
Οι εκπαιδευτικοί συνήθως στην αρχή της χρονιάς διοργανώνουν μια πρώτη- αναγνωριστική συνάντηση με τους γονείς των παιδιών που έχουν στη τάξη τους. Η συνάντηση αυτή δίνει την δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να κατανοήσουν καλύτερα εσάς, το παιδί σας και το κατά πόσο προτίθεστε να στηρίξετε την εκπαίδευση του. Η παρουσία σας σε αυτές τις συναντήσεις καθιστά σαφές ότι ενδιαφέρεστε για την πρόοδο του παιδιού σας και ότι παίζετε ενεργό ρόλο στην εκπαιδευτική διαδικασία. Αυτού του είδους η στάση εκτιμάται βαθύτατα από τους εκπαιδευτικούς και ανοίγει πιο καθαρούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ σας.
Κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς, ο εκπαιδευτικός συνήθως δίνει την δυνατότητα συνάντησης στους γονείς για μια ενώπιος- ενωπίω συζήτηση για την πρόοδο του παιδιού. Αυτές οι συναντήσεις είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να εγκαθιδρυθεί μια σχέση συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικού και γονέα που θα διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο εδώ

4 Μαρ 2011

Σχολική φοβία

Πολλά παιδιά, τα πρώτα χρόνια της σχολικής τους φοίτησης, δυσφορούν ή αρνούνται να πάνε στο σχολείο κάποιες φορές. Συνήθως, όμως, ύστερα από... κάποια συζήτηση με τους γονείς τους το ξεπερνούν. Μερικές φορές, η άρνηση του παιδιού είναι τόσο έντονη, που μας δημιουργεί την εντύπωση ότι αδιαφορεί για κάθε σχολική δραστηριότητα. Ωστόσο, αν δούμε βαθύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι και οι γονείς του ίσως δείχνουν μια αδιάφορη ή και εχθρική στάση απέναντι στο σχολείο, επειδή και οι ίδιοι πιθανώς είχαν αντιμετωπίσει δυσκολίες. 

Άθελα τους, λοιπόν, προβάλλουν τα δικά τους συναισθήματα στη σχολική φοίτηση του παιδιού τους. Υπάρχει, βέβαια, και η αντίθετη πλευρά, η άρνηση του παιδιού δηλαδή, απορρέει από τις υπερβολικές απαιτήσεις των γονέων, που δημιουργούν στο παιδί την αίσθηση ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει. Το παιδί αντιτίθεται, ενοχλείται με το σχολείο, παρουσιάζει πιθανώς διαταραχές στη συμπεριφορά, θυμό και συναισθηματική αστάθεια ή, αντίθετα, η άρνησή του παίρνει τη μορφή παθητικότητας. Παραμένει σιωπηλό, θυμωμένο και ονειρεύεται. Στην προεφηβεία ή την εφηβεία, η αντίθεση εκδηλώνεται με σκασιαρχείο. Η σχολική άρνηση είναι από τη φύση της διαφορετική σε συνάρτηση με την ηλικία του παιδιού. 

Κάποιες φορές, όμως, η άρνηση παίρνει μεγάλες διαστάσεις και εξελίσσεται σε σχολική φοβία. Το παιδί διαμαρτύρεται, κλαίει, φωνάζει και αρνείται κατηγορηματικά να πάει στο σχολείο. Οι γονείς στην αρχή τρομάζουν, ανησυχούν, πιστεύουν ότι κάτι σοβαρό τού συμβαίνει. Όταν μάλιστα παραπονιέται ότι πονά η κοιλιά του, το κεφάλι του ή θέλει να κάνει εμετό, αναστατώνονται και σπεύδουν να συμβουλευτούν τον παιδίατρο. Παρ' ότι όμως συνήθως τους διαβεβαιώνει ότι το παιδί τους είναι υγιέστατο, οι ίδιοι δυσπιστούν, όταν βλέπουν ότι κάθε φορά που πρόκειται να πάει στο σχολείο σφαδάζει από τους πόνους. Όταν το κρατούν στο σπίτι, το παιδί, ως διά μαγείας, νιώθει καλά. Σε αρκετές περιπτώσεις, το πρόβλημα εμμένει και οι γονείς βρίσκονται σε δύσκολη θέση, γιατί δεν ξέρουν ποιο δρόμο να ακολουθήσουν. Τότε απευθύνονται στους ειδικούς για βοήθεια.


Η σχολική φοβία είναι μια κατάσταση κατά την οποία το παιδί, για φαινομενικά παράδοξους λόγους, αρνείται να πάει στο σχολείο και αντιστέκεται με έντονες αντιδράσεις άγχους ή πανικού στις προσπάθειες των γονέων του να το πείσουν να πάει. Κλαίει, τους παρακαλεί και υπόσχεται ότι θα πάει την επόμενη ημέρα. Αν το πιέσουν, η κρίση παίρνει δραματική τροπή, καθώς κλείνεται στο δωμάτιό του και κλαίει, ενώ δεν δέχεται κανένα επιχείρημα. Άλλοτε, εξαιτίας της αγωνίας του, του πανικού και της απόγνωσης που νιώθει, μπορεί να γίνει επιθετικό προς τους γονείς του που επιμένουν. Στις ηλικίες μεταξύ 5-7 ετών παραπονιέται για συμπτώματα, όπως κεφαλαλγίες, πόνους στην κοιλιά ή ακόμη και εμετούς. Επιπλέον, ίσως παρατηρηθούν ενούρηση, εγκόπριση, νυχτερινοί εφιάλτες, άρνηση να φάει, υπερκινητικότητα κ.λπ. Σε κάποιες περιπτώσεις που η άρνηση φαίνεται να καταλαγιάζει, αφήνεται παθητικά να οδηγηθεί στο σχολείο, αλλά πολύ σύντομα εγκαταλείπει την τάξη, τρέπεται σε φυγή για να επιστρέψει στο σπίτι του ή να περιπλανηθεί, αν δε βρει κανέναν εκεί.

Η σχολική φοβία φαίνεται ότι είναι λίγο πιο συχνή στα αγόρια. Οι ερευνητές έχουν καταλήξει ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων συναντάται σε μοναχοπαίδια, πρωτότοκα ή μικρότερα παιδιά. Πρόκειται συνήθως για παιδιά με μέση ή και ανώτερη νοημοσύνη, τα οποία παρουσιάζουν καλή σχολική επίδοση. Το άγχος τους συνδέεται στενά με στιγμές που ένιωσαν φόβο κατά την έναρξη της σχολικού έτους.
Ίσως έχουν προηγηθεί γεγονότα που τα επηρέασαν, όπως αλλαγή σχολείου, ασθένεια ή θάνατος ενός γονέα, νοσηλεία ή παραμονή στο σπίτι του ίδιου του παιδιού ύστερα από κάποια ασθένεια ή ατύχημα.

Ασυνείδητα προχωρά σε συνειρμούς που του δημιουργούν φόβο, ότι ο δάσκαλος είναι αυστηρός, ότι οι συμμαθητές στην τάξη είναι κακοί ή το κοροϊδεύουν και ότι θεωρεί υπεύθυνη την πρόσφατη αλλαγή του σχολείου. Αν δεν πάει στο σχολείο κάποιες ημέρες, η φοβία ενισχύεται επειδή έμεινε πίσω στα μαθήματα και δεν γνωρίζει το πρόγραμμα. Στο σπίτι, συνήθως, δέχεται να μελετήσει τα σχολικά μαθήματα και να κάνει τις εργασίες του, προσπαθώντας έτσι να κατακτήσει αυτά που χάνει με την απουσία του. Ίσως διαπιστώσουμε ότι στο παιδί πιθανόν να συνυπάρχουν ή να υπήρχαν παλαιότερα και άλλες μορφές φοβικής συμπεριφοράς, όπως φόβος στο σκοτάδι, αγοραφοβία κ.ά.



Τα παιδιά με σχολική φοβία φαίνονται αρκετά εξαρτημένα και δεν είναι ιδιαίτερα κοινωνικά. Όταν βρίσκονται μακριά από την οικογένεια, είναι δειλά, συνεσταλμένα και φοβισμένα. Αντίθετα, η εικόνα αλλάζει όταν βρίσκονται στο σπίτι τους. Συχνά, γίνονται δυνάστες των γονέων τους.
Το παιδί παρουσιάζει αμφιθυμικά συναισθήματα, δικαιολογεί δηλαδή τη φοβία του με την ανησυχία ότι θα συμβεί κάτι κακό στη μητέρα του ενώ αυτό θα είναι στο σχολείο. Η δε μητέρα συνήθως περιγράφεται ως αγχώδης, φοβική και υπερπροστατευτική, στοιχεία που ενισχύουν την εξάρτηση του παιδιού από την ίδια και δεν ενθαρρύνουν την αυτενέργειά του. Ο πατέρας παρουσιάζεται ανασφαλής, αδύναμος ή απών (διαζύγιο ή θάνατος). Σε ό,τι αφορά το οικογενειακό μοντέλο, το παιδί, κυρίως αν είναι αγόρι, δεν έχει δημιουργήσει με τον πατέρα κάποια στενή σχέση.

Η πορεία του παιδιού που παρουσιάζει σχολική φοβία καθορίζεται από τη συγκρουσιακή δυναμική της οικογένειας, καθώς και από ενδεχόμενα επιμέρους ψυχοπαθολογικά στοιχεία. Μπορούμε, ωστόσο, να αναφέρουμε ότι περίπου στις μισές περιπτώσεις υπάρχει πλήρης ένταξη του παιδιού τόσο στο σχολείο όσο και στην εξωσχολική ζωή. Στις άλλες μισές, παρ' ό,τι το παιδί εντάσσεται στο σχολείο, η φοβία παραμένει σε ηπιότερη μορφή και πιθανώς παρουσιάζονται διάφορες δυσκολίες στις σχέσεις του με τους άλλους. Τέλος, σε λίγες περιπτώσεις, υπάρχει δυσμενής εξέλιξη, που χαρακτηρίζεται από την εμμονή της σχολικής φοβίας και κυρίως από την ύπαρξη πρόσθετων δυσκολιών στην κοινωνική προσαρμογή του παιδιού. 



Πηγή: www.netfamily.gr