Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμβόλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εμβόλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Ιουλ 2011



Τα νεογνά, οι μητέρες των οποίων είχαν εμβολιαστεί κατά της γρίπης, όταν ήταν έγκυες, είναι λιγότερο πιθανό να νοσήσουν από γρίπη ή να εισαχθούν σε νοσοκομείο με αναπνευστικά προβλήματα εντός των έξι πρώτων μηνών της ζωής τους, σύμφωνα με νέα αμερικανική έρευνα, η οποία δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο Archives of Pediatrics and Adolescent Medicine.

Η μελέτη της Δρ Αντζέλια Aϊκ του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς και του Ιατρικού Κέντρου των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων, διαπίστωσε ότι, στη διάρκεια των εξάρσεων της γρίπης, τα βρέφη κάτω των έξι μηνών τείνουν να νοσούν πιο σπάνια από γρίπη σε σχέση με τα βρέφη έξι έως 12 μηνών.

Αυτό συμβαίνει κατά πάσα πιθανότητα, σύμφωνα με τους ερευνητές, επειδή τα νεογνά προστατεύονται ακόμα από τα φυσικά αντισώματα που είχε αναπτύξει το σώμα της μητέρας τους μετά τον εμβολιασμό της κατά της γρίπης, όταν ήταν έγκυος.

Από την άλλη, σε πιο σοβαρές καταστάσεις, όπως η πανδημία γρίπης του 2009, τα νεογνά, που ήταν πολύ μικρά για να εμβολιαστούν, κινδύνευαν περισσότερο να εισαχθούν στο νοσοκομείο ή και να πεθάνουν από τη γρίπη, σε σχέση με τα μεγαλύτερα παιδιά.

Ακριβώς επειδή συνήθως τα νεογνά δεν εμβολιάζονται κατά της γρίπης πριν γίνουν έξι μηνών, άρα μένουν εκτεθειμένα στους ιούς, η νέα μελέτη δείχνει ότι ο εμβολιασμός της εγκύου μπορεί να παρέχει έμμεσα την αναγκαία προστασία κατά το πρώτο εξάμηνο της ζωής του παιδιού.

Οι ερευνητές μελέτησαν περίπου 1.200 ζευγάρια μητέρας-παιδιού για τρεις περιόδους έξαρσης της γρίπης. Μητέρες και παιδιά έδωσαν δείγματα αίματος πριν και μετά την περίοδο της γρίπης και παρακολουθήθηκαν στενά για την εκδήλωση τυχόν συμπτωμάτων.

Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι κατά την περίοδο της γρίπης αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού, εκείνα τα νεογνά των οποίων οι μητέρες είχαν εμβολιαστεί, είχαν 41% μικρότερες πιθανότητες να νοσήσουν από γρίπη και 39% λιγότερες πιθανότητες να εισαχθούν στο νοσοκομείο εξαιτίας της γρίπης.

Η μελέτη επίσης διαπίστωσε ότι τα βρέφη, των οποίων οι μητέρες είχαν εμβολιαστεί κατά της γρίπης, όταν ήταν έγκυες, είχαν υψηλότερα επίπεδα αντισωμάτων γρίπης κατά τη γέννησή τους, καθώς και σε ηλικία δύο έως τριών μηνών σε σχέση με τα βρέφη, των οποίων οι έγκυες μητέρες δεν είχαν κάνει εμβόλιο γρίπης.
«Μολονότι το εμβόλιο γρίπης, ούτως ή άλλως, συστήνεται στις εγκύους προκειμένου να μειώσουν τον κίνδυνο των επιπλοκών της εγκυμοσύνης σε περίπτωση που νοσήσουν από γρίπη, τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι υπάρχουν πρόσθετα οφέλη προστασίας για τα βρέφη, τα οποία διαρκούν μέχρι και έξι μήνες μετά τη γέννηση τους», δήλωσε η υπεύθυνη της έρευνας.

Πηγή: doctors.in.gr


21 Μαρ 2011

Στην αγορά το πρώτο εμβόλιο για το μηνιγγιτιδόκοκκο

Ενισχυμένη είναι η φαρέτρα των επιστημόνων σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας, μιας ασθένειας αιφνίδιας και απρόβλεπτης, συχνά δε και θανατηφόρας, ιδίως για παιδιά και εφήβους. Πλέον είναι διαθέσιμο και στην ελληνική αγορά το πρώτο τετραδύναμο συζευγμένο εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, που ενδείκνυται για εφήβους (ηλικίας άνω των 11 ετών) καθώς και ενηλίκους.

«Η μηνιγγίτιδα είναι μια κεραυνοβόλος και καταστρεπτική νόσος που πλήττει βρέφη, παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες, με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας, έως και 14%. Επίσης, μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες, σοβαρές αναπηρίες όπως είναι η κώφωση, η δημιουργία ουλών στο δέρμα, η νεφρική ανεπάρκεια και ο ακρωτηριασμός των κάτω άκρων», ανέφερε στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για τη νόσο και τους τρόπους πρόληψής της ο κ. Δημήτρης Καφετζής, καθηγητής Παιδιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Οπως τόνισε ο δρ Καφετζής, το μικρόβιο του μηνιγγιτιδόκοκκου βρίσκεται μόνο στους ανθρώπους, ενώ προκειμένου κάποιος να κολλήσει τον ιό από κάποιο άλλο άτομο που ήδη νοσεί θα πρέπει να είναι σε επαφή μαζί του για περισσότερες από 5-8 ώρες.

Τα συμπτώματα της νόσου και η διάγνωση 

Η έναρξη της νόσου από μηνιγγιτιδόκοκκο μπορεί να είναι αιφνίδια και απρόβλεπτη, ενώ η νόσος μπορεί να είναι θανατηφόρος σε διάστημα 24-48 ωρών, επομένως είναι σημαντικό να γίνει η διάγνωση το συντομότερο δυνατό. Τα κύρια κλινικά χαρακτηριστικά είναι ο πυρετός, η κεφαλαλγία, ο μηνιγγισμός και το εξάνθημα, αλλά τα αρχικά συμπτώματα είναι παρόμοια με αυτά των ιογενών λοιμώξεων.

Η διάγνωση της νόσου από μηνιγγιτιδόκοκκο επιβεβαιώνεται από την καλλιέργεια του βακτηρίου από σωματικά υγρά, όπως είναι το αίμα ή το εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Παρόλο που το υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας από μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο παρουσιάζεται στα νήπια ηλικίας κάτω του έτους, οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες (ηλικίας 15-24 ετών) εμφανίζουν επίσης αυξημένα ποσοστά θνησιμότητας σε σύγκριση με άλλες ηλικιακές ομάδες.

Η πρόληψη και η θεραπεία 

Η θεραπεία της νόσου από μηνιγγιτιδόκοκκο γίνεται μέχρι στιγμής με αντιβιοτικά, με φάρμακα για ανάταξη, με αιματοδυναμικά για ενίσχυση (καθώς η πίεση πέφτει πολύ) και με σκευάσματα  για την αντιμετώπιση της σήψης.
 
Παρόλο που η θεραπεία με αντιβιοτικά θεωρείται επιτυχής και η ανθεκτικότητα του ιού στα φάρμακα είναι χαμηλή, υπάρχουν περιορισμοί ως προς την προφυλακτική χρήση τους, όπως το στενό χρονικό περιθώριο για την αποτελεσματική θεραπεία. Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία, κατά τους ειδικούς, την πρωτογενή πρόληψη μέσω του εμβολιασμού.

Οπως επισήμανε ο κ. Καφετζής, μέχρι σήμερα τα εμβόλια που κυκλοφορούσαν για την πρόληψη κατά της νόσου ήταν από πολυσακχαρίτη μηνιγγιτιδόκοκκου εμβόλια και τα συζευγμένα εμβόλια.
Πλέον είναι διαθέσιμο το πρώτο τετραδύναμο συζευγμένο εμβόλιο για τον μηνιγγιτιδόκοκκο, που ενδείκνυται για εφήβους (ηλικίας άνω των 11 ετών) και ενηλίκους.



Πηγή: www.protothema.gr