12 Απρ 2011

Η αξία του μητρικού θηλασμού είναι ευρέως αποδεκτή τόσο από τους επιστήμονες, όσο και από το κοινό. Ποιά είναι όμως η συμβολή του θηλασμού στη ζωή του βρέφους και ποια η σχέση του με την μείωση της επιδημία της παιδικής παχυσαρκίας;


Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι λιγότερο από το 5% των μητέρων θηλάζουν αποκλειστικά για τους πρώτους έξη μήνες, ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό για μεσογειακή χώρα. 

Σύμφωνα με πληθώρα επιστημονικών μελετών, τα βρέφη που τρέφονται με γάλα φόρμουλας  είναι βαρύτερα από αυτά που θηλάζουν και αυτό διότι, το μητρικό γάλα έχει διαφορετική σύσταση από το γάλα φόρμουλας. Επιπλέον, το μητρικό γάλα έχειδιαφορετική σύσταση (περισσότερη πρωτεΐνη) στην αρχή του θηλασμού καιδιαφορετική προς το τέλος (περισσότερο λίπος). 

Αυτό, το καθιστά πλήρη τροφή για το νεογνό, καλύπτοντας επαρκώς όλες του τις διατροφικές ανάγκες. Τα βρέφη που θηλάζουν, μόλις νιώσουν κορεσμό σταματούν να τρώνε, ενώ με το μπιμπερό συνήθως πιέζονται να φάνε περισσότερο, παίρνοντας έτσι περισσότερες θερμίδες από όσες πραγματικά έχουν ανάγκη. 

Άλλος ένα λόγος είναι ότι το μητρικό γάλα, αποτελώντας πλήρη τροφή, περιέχει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά καθώς και αντισώματα, ορμόνες, αντιοξειδωτικά στοιχεία και ανοσοποιητικούς παράγοντες. Περιέχει, επίσης,ένζυμα που το κάνουν πιο εύπεπτο για τα βρέφη, με αποτέλεσμα να σιτίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τα συχνά και μικρά γεύματα συντελούν στην διατήρηση ενός φυσιολογικού και υγιούς βάρους για το παιδί. 

Σε έρευνα που διεξήχθη στην Σκωτία (1998) σε 32.200 παιδιά ηλικίας 39-42 μηνών, βρέθηκε ότι ο επιπολασμός της παιδικής παχυσαρκίας ήταν μικρότερος σε όσα παιδιά είχαν θηλάσει, σε αντίθεση με όσα κατανάλωναν γάλα φόρμουλας. Στο  θετικό αυτό αποτέλεσμα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο τόσο η διάρκεια όσο και η αποκλειστικότητα του θηλασμού. 

Επιπλέον, έρευνες Δανών επιστημών αποδεικνύουν ότι, όσο πιο αργά ένα βρέφος αρχίζει να τρώει στερεά τροφή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες το παιδί αυτό να έχει φυσιολογικό βάρος ως ενήλικας. 

Ακόμη, επιστημονική έρευνα του Γραφείου Έρευνας και Ποιότητας Υγείας των Η.Π.Α αποδεικνύει ότι υπάρχει σαφής συσχέτιση μεταξύ θηλασμού και μειωμένου κινδύνου για παιδική, εφηβική και ενήλικη παχυσαρκία. Η μείωση αυτή του κινδύνου είναι ακόμη μεγαλύτερη, όταν ο θηλασμός είναι αποκλειστικός για τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του βρέφους. 

Αυτό στηρίζεται στο γεγονός ότι όσα μωρά τρέφονται με μπιμπερό καταναλώνουνμεγαλύτερες ποσότητες τροφής και συνεπώς έχουν μεγαλύτερη πρόσληψη βάρους (κυρίως εναπόθεση λίπους) από όσα βρέφη θηλάζουν (εναπόθεση περισσότερης μυϊκής μάζας). 

Κατά συνέπεια, μια γρήγορη αύξηση του βάρους ενός βρέφους συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης παιδικής παχυσαρκίας. Επίσης, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο μέσος όρος του Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) είναι πιο χαμηλός για όσα βρέφη θηλάζουν αποκλειστικά, και παρατηρείται χαμηλότερος και στην μετέπειτα ζωή του παιδιού. Ένα ποσοστό 20% της επιδημίας της παχυσαρκίας πιθανόν  να οφείλεται στην πρόσληψη γάλακτος από φόρμουλα και στην απουσία του μητρικού θηλασμού. 

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά αποκλειστικό θηλασμό κατά τους πρώτους έξι μήνες της ζωής του βρέφους και συνεχιζόμενο θηλασμό έως το 1ο έτος με σταδιακή εισαγωγή συμπληρωματικών τροφών, η οποία μπορεί να ξεκινήσει στους έξι μήνες, αλλά όχι νωρίτερα! 

Πρόσφατη ανακοίνωση της Εθνικής Επιτροπής Μητρικού Θηλασμού των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής συνιστά ότι  ο μητρικός θηλασμός  αποτελεί κρίσιμη στρατηγική για την πρόληψη της παιδικής αλλά και ενήλικης παχυσαρκίας. Μπορεί να μην αποτελεί πανάκεια για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, αλλά είναι μία από τις πιο εύκολα εφαρμόσιμες στρατηγικές, δεδομένου ότι συνδυάζει τόσο χαμηλό κόστος όσο και υψηλή αποτελεσματικότητα. 

Σύμφωνα με επιστημονικές έρευνες, ο θηλασμός μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στην μείωση του κινδύνου για παχυσαρκία, τόσο στην παιδική όσο και στην εφηβική και ενήλικη ζωή του ατόμου. 

Εάν το θέμα διευρυνθεί παραπέρα, φαίνεται ότι η ευεργετική επίδραση του μητρικού θηλασμού επεκτείνεται όχι μόνο στην μείωση της παιδικής παχυσαρκίας αλλά και στηναποφυγή της υπέρτασης, των καρδιαγγειακών νοσημάτων, του σακχαρώδους διαβήτη, μερικών μορφών καρκίνου και της σκλήρυνσης κατά πλάκας. 

Επιπλέον,  έρευνες μετα-ανάλυσης δείχνουν μείωση  στην ολική και «κακή» χοληστερίνη (LDL) και μείωση της αρτηριακής πίεσης σε όσους ενήλικες θήλαζαν όταν ήταν μωρά, ενώ όσα βρέφη θηλάζουν πάνω από 3 μήνες έχουν επιπλέον μειωμένο κίνδυνο για εμφάνιση Διαβήτη Τύπου 1 και 2. 

Παρόλα αυτά, υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω επιστημονικές έρευνες, οι οποίες θα τεκμηριώσουν ακόμη περισσότερο και θα διασφαλίσουν τα σημαντικά οφέλη του θηλασμού, τόσο για το νεογνό όσο και για τις θηλάζουσες μητέρες. 

Διαιτολόγοι, γυναικολόγοι, παιδίατροι και λοιποί επιστήμονες υγείας συμφωνούν ομόφωνα ότι ο θηλασμός αποτελεί ασπίδα υγείας, τόσο για τα παιδιά και την μετεξέλιξή τους σε υγιείς ενήλικες, όσο και για την καλή υγεία της θηλάζουσας μητέρας. Είναι επιτακτική λοιπόν η ενθάρρυνση όλο και περισσότερων γυναικών, από τους επιστήμονες υγείας, να προσφέρουν αυτό το μοναδικό «δώρο» ζωής στα παιδιά τους αλλά και στις ίδιες!

Γράφει η: Ελένη Βούτου,  Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος , BSc (State RD)


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σας άρεσε;
Σχολιάστε το!